Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sentinelle στα ελληνικά
sentinelle
λέγεται
σαντινέλ
.
sentinelle
σημαίνει στα ελληνικά
σκοπός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- Sentinelle : αποστολή "φρουρός"
- espèce témoin / espèce sentinelle : είδος-ενδείκτης / χαρακτηριστικό είδος
- cas sentinelle : ενδεικτικό εξέλιξης της δημόσιας υγείας
- site sentinelle : τοποθεσία δείκτης
- sentinelle de fin : αναγνωριστικό τέλους δεδομένων
- animal sentinelle : ζώο δείκτης
- médecin sentinelle : παρατηρητής νοσηρότητας της πρωτοβάθμιας φροντίδας
- réseau sentinelle : δίκτυο παρατηρητών νοσηρότητας της πρωτοβάθμιας φροντίδας / σύστημα παρατηρητών νοσηρότητας στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας
- porcelet sentinelle : χοιρίδιο-δείκτης
- sentinelle de début : αναγνωριστικό αρχής δεδομένων
Subscribe
0 Comments


