Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

serrage στα ελληνικά
serrage
λέγεται
σεράζ
.
serrage
σημαίνει στα ελληνικά
σφίξιμο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- serrage / cerclage : πρόσδεση με ιμάντες
- serrage / fixation : έδραση,στήριξη
- serrage / organe de serrage : διάταξη στερέωσης
- crapaud / griffe de serrage : "βάτραχος" / πλάκα σύσφιγξης
- montage / porte-pièce : διάταξη στερέωσης του κατεργαζόμενου κομματιού
- montage / dispositif de serrage de la pièce avec guide d'outil : διάταξη σύσφιξης του κατεργαζόμενου κομματιού με οδηγό εργαλείου
- spirale / rainure spirale : σπειροειδής αυλάκωση
- coulisse (Preferred) / filin : στίγγος / συστολέας
- bourreuse / dispositif de serrage du ballast : διάταξη συσσώρευσης του έρματος
- latte / barre de serrage : ράβδος / μπάρα(κν.)
Subscribe
0 Comments


