Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sevrage στα ελληνικά
sevrage
λέγεται
σεβράζ
.
sevrage
σημαίνει στα ελληνικά
αποθηλασμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- sevrage : απογαλακτισμός / απομάκρυνση από την αγέλη
- sevrage : απογαλακτισμός
- sevrage : στέρηση
- sevrage : απογαλακτισμός / βρεφικός απογαλακτισμός
- sevrage : θεραπεία απεθισμού
- sevrage : αποκοπή ριζών εμβολίου
- sevrage / abstinence : άφεξη / αποχή
- porcelet sevré / porcelet au sevrage : αποκομμένο γουρουνάκι / απογαλακτισμένο χοιρίδιο
- anti-suceur / dispositif de sevrage : διάταξη απογαλακτισμού / διάταξη αποκοπής θηλασμού
Subscribe
0 Comments


