Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

solvabilité στα ελληνικά
solvabilité
λέγεται
σολβαμπιλιτέ
.
solvabilité
σημαίνει στα ελληνικά
φερεγγυότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- solvabilité : φερεγγυότητα
- solvabilité : πιστωτική επιφάνεια
- gearing ratio / ratio d'endettement : debit ratio / ποσοστό δανειοδότησης
- Solvabilité II : Φερεγγυότητα II
- note de crédit / qualité de crédit : φερεγγυότητα / πιστοληπτική ικανότητα
- EIRS / évaluation interne des risques et de la solvabilité : ORSA / ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας
- CSR / capital de solvabilité requis : κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας
- marge de solvabilité : περιθώριο φερεγγυότητας
- ORSA / évaluation interne des risques et de la solvabilité : ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας / αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας από τις ίδιες τις επιχειρήσεις
- ratio de solvabilité : συντελεστής φερεγγυότητας
Subscribe
0 Comments


