Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sous-sol στα ελληνικά
sous-sol
λέγεται
σουσόλ
.
sous-sol
σημαίνει στα ελληνικά
υπόγειο / υπέδαφος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- sous-sol : υπέδαφος
- sous sol / sous-sol : υπέδαφος
- sous-sol : αργιλώδες συμπαγές στρώμα / αργιλώδης υπόγειος ορίζων
- sous-sol : υπόγειο
- plano-sol / planosols : πλανοσόλς
- sous-sol marin : έδαφος του βυθού / υπέδαφος του βυθού
- sous-sol marin / sous-sol de la mer : θαλάσσιο υπέδαφος
- fours à sous-sol : ταφροκάμινος
Subscribe
0 Comments


