Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

soustraction στα ελληνικά
soustraction
λέγεται
σουστραξιόν
.
soustraction
σημαίνει στα ελληνικά
αφαίρεση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- rapt d'enfant / enlèvement d'enfant : απαγωγή παιδιού / αρπαγή ανηλίκου
- péculat / concussion : κατάχρηση δημόσιων κονδυλίων
- soustraction initiale : αρχική υφαίρεσις
- soustraction de matrice : αφαίρεση πίνακα
- opérateur de soustraction : τελεστής αφαίρεσης
- soustraction de contraintes : αποσυρόμενος περιορισμός
- rétention de soustraction initiale : συγκράτησις αρχικής υφαιρέσεως
- soustraction d'une marchandise à la surveillance douanière : υπεξαίρεση εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση
Subscribe
0 Comments


