Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

spécialisation στα ελληνικά
spécialisation
λέγεται
σπεσιαλιζασιόν
.
spécialisation
σημαίνει στα ελληνικά
ειδίκευση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
