Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

stupéfait στα ελληνικά
stupéfait
λέγεται
στυπεφέ
.
stupéfait
σημαίνει στα ελληνικά
κατάπληκτος / άναυδος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
