Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

subversif στα ελληνικά
subversif
λέγεται
συμπβερσίφ
.
subversif
σημαίνει στα ελληνικά
ανατρεπτικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- subversif : ανατρεπτικός
- activité subversive : ανατρεπτική δραστηριότητα
- publicité clandestine / communication commerciale audiovisuelle clandestine : γκρίζα διαφήμιση / συγκεκαλυμμένη διαφήμιση
Subscribe
0 Comments


