Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

suffocant στα ελληνικά
suffocant
λέγεται
συφοκάν
.
suffocant
σημαίνει στα ελληνικά
ασφυκτικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gaz suffocant : ασφυξιογόνο αέριο
- gaz suffocant : αποπνικτικό αέριο
- catarrhe suffocant / bronchite capillaire : ασφυκτικός κατάρρους
Subscribe
0 Comments


