Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

supporter στα ελληνικά
supporter
λέγεται
συπορτέρ
.
supporter
σημαίνει στα ελληνικά
οπαδός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- résister / supporter : αντέχω / ανθίσταμαι
- TVA supportée à l'achat / TVA en amont : φόρος αγοράς / προκαταβαλλόμενος φόρος
- bourdonnière / Pierre supportant la crapaudine : λίθος στήριξης του στροφείου θυροφράγματος
- système supporté : υποβοηθούμενο σύστημα
- imprimante gérée / imprimante supportée : συμβατός εκτυπωτής
- monorail supporté : υποβοηθούμενος μονόραβδος σιδηρόδρομος
- efforts supportés : ασκούμενες καταπονήσεις
- supporter à risques : φίλαθλος που ενδέχεται να δημιουργήσει προβλήματα
- supporter les dépens : φέρω τα έξοδα
- supporter les dépens / supporter les dépens de l'instance : καταδικάζομαι στη δικαστική δαπάνη
Subscribe
0 Comments


