Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

suppression στα ελληνικά
suppression
λέγεται
συπρεσιόν
.
suppression
σημαίνει στα ελληνικά
κατάργηση / αφαίρεση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- suppression : διαγραφή
- effacement / suppression : σήμα αμαύρωσης / σήμα πλήρους διακοπής
- suppression : καταστολή
- carence / suppression : έλλειψις / στέρησις
- suppression : αποκοπή κομματιών / κομμάτια για αφαίρεση
- extinction / suppression : κατάσβεσις
- suppression : καταστολή / αποκατάσταση
- suppression : κατάργηση
- suppression : αφαίρεση / καταστολή
- effacement / suppression de la modulation : καταπίεση διαμόρφωσης
Subscribe
0 Comments


