Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

supprimer στα ελληνικά
supprimer
λέγεται
συπριμέ
.
supprimer
σημαίνει στα ελληνικά
καταργώ / αφαιρώ / εξοντώνω / καθαρίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- train supprimé : καταργηθείσα αμαξοστοιχία
- pièce supprimée : καταργημένο εξάρτημα
- séquence supprimée : αφαιρεθείσα αλληλουχία
- supprimer les taxes : καταργούν τις φορολογικές επιβαρύνσεις
- supprimer un emploi : καταργώ μία θέση εργασίας
- supprimer un emploi : καταργώ μία θέση
- supprimer les balises / supprimer les drapeaux : αναιρώ σημάδια από το κείμενο / αφαιρώ σημαίες από το κείμενο
- éliminer progressivement / supprimer progressivement : εξαλείφω σταδιακά
- dispositif supprimant la tension : διάταξη χαλάρωσης της τάσης
- porteuse partiellement supprimée : μερικά κατεσταλμένη φέρουσα
Subscribe
0 Comments


