Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

surmonter στα ελληνικά
surmonter
λέγεται
συρμοντέ
.
surmonter
σημαίνει στα ελληνικά
ξεπερνώ / υπερπηδώ / υπερνικώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bouée surmontée d'un voyant : σημαντήρας με κορυφαίο σήμα / τσαμαδούρα με κορυφαίο σήμα
- le four à arc est un four à sole comportant un laboratoire surmonté d'une voûte : η κάμινος τόξου είναι κάμινος ανοικτής πυράς με θολωτή οροφή
- le puits est surmonté d'un chevalement-châssis à molettes en Belgique-ou d'une tour d'extraction : υπέρ το φρέαρ είναι εγκατεστημένον ικρίωμα ή πύργος ανελκύσεως
Subscribe
0 Comments


