Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

surplomber στα ελληνικά
surplomber
λέγεται
συρπλονμπέ
.
surplomber
σημαίνει στα ελληνικά
προεξέχω / εξέχω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- projecteur surplombé par la carrosserie : φανός πορείας υπερκαλυπτόμενος από το αμάξωμα
Subscribe
0 Comments


