Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

surveillance στα ελληνικά
surveillance
λέγεται
συρβεγιάνς
.
surveillance
σημαίνει στα ελληνικά
παρακολούθηση / επιτήρηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- surveillance : επιτήρηση
- surveillance : παρακολούθηση/έλεγχος
- surveillance / surveillance continue : Επιτήρηση / επιτήρηση
- surveillance : εποπτεύουσα αρχή
- surveillance : επίβλεψη
- surveillance : παρακολούθηση
- surveillance : εποπτεία
Subscribe
0 Comments


