Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

surveiller στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
surveiller
λέγεται
συρβεγέ
.
surveiller
σημαίνει στα ελληνικά
παρακολουθώ / επιβλέπω / προσέχω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • surveiller : έλεγχος ακτινοβολίας
  • surveiller : επιτηρώ
  • surveillant : επόπτης
  • surveillante / infirmière de salle : αδελφή θαλάμου
  • ferrassier(B) / conducteur d'arche : χειριστής / επιτηρητής γαλαρίας
  • daemon / surveillant de disques et des exécutions de programmes : δαίμονας
  • zone surveillée : επιβλεπόμενη περιοχή
  • zone surveillée : επιβλεπόμενη ζώνη / επιβλεπόμενη περιοχή
  • étude surveillée : μελέτη υπό επίβλεψη
  • résidence forcée / assignation à domicile : κατ' οίκον περιορισμός

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments