Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

suspicion στα ελληνικά
suspicion
λέγεται
συσπισιόν
.
suspicion
σημαίνει στα ελληνικά
υποψία / υπόνοια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- SUSAR / suspicions d'effets indésirables graves inattendus : ΕΑΣΠ / εικαζόμενη απροσδόκητη σοβαρή παρενέργεια
- suspicion d'ESB : υπόνοια ΣΕΒ
- suspicion légitime : υπόνοια μεροληψίας
- période de suspicion : περίοδος κατά την οποία υπάρχει υποψία μόλυνσης
- suspicion de pêche INN : εικαζόμενη ΠΛΑ αλιεία
- fonder une suspicion d'abus : αποτελεί ένδειξη καταχρηστικής συμπεριφοράς
Subscribe
0 Comments


