Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

suture στα ελληνικά
suture
λέγεται
συτύρ
.
suture
σημαίνει στα ελληνικά
ραφή / ράμμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- suture : ραφή / συρραφή
- agrafe / agrafe pour suture : συνδετήρας για χειρουργικές ραφές
- clamp de Petz / appareil de Petz : συσκευή για ραφή,του Petz
- suture de Hans : ραφή Hans
- suture cutanée : δερματική ραφή
- ligne de suture : στήλη αλλαγής
- suture empennée / suture emplumée : ειδική ραφή των κοιλιακών τοιχωμάτων κατά την οποίαν μεταξύ ιστών και ράμμα τος παρεμβάλλεται προστατευτικόν υλικόν π.χ.σπόγγος,βαμβάκι,κλπ.
- suture empennée : πηνίο ραφής / υποστήριγμα
- suture d'Albert : ραφή Albert
- suture de Gould : ραφή του Gould
Subscribe
0 Comments


