Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

taper στα ελληνικά
taper
λέγεται
ταπέ
.
taper
σημαίνει στα ελληνικά
χτυπώ / δέρνω / se taper φορτώνομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- TAPAS / plan d'action technique pour l'amélioration des statistiques agricoles : TAPAS / Σχέδιο Τεχνικής Δράσης Γεωργικών Στατιστικών
- contre-hublot / tape de hublot : καλύπτρα αναφωτίδας / καλύπτρα φινιστρινιού(κν.)
- tape intérieure : εσωτερικό επικάλυμμα παραφωτίδας
- painting the tape : δημιουργία εντύπωσης συναλλακτικής δραστηριότητας
- amplitude taper : φυγόκεντρη εξασθένηση σήματος
Subscribe
0 Comments


