Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

tchèque στα ελληνικά
tchèque
λέγεται
τσεκ
.
tchèque
σημαίνει στα ελληνικά
Τσέχος / τσέχικος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- RFTS / République Fédérative Tchèque et Slovaque : Ομοσπονδιακή Δημοκρατία Τσεχίας και Σλοβακίας / Ομοσπονδιακή Τσεχική και Σλοβακική Δημοκρατία
- CZK / couronne tchèque : CZK / κορόνα Τσεχίας
- Sénat tchèque / MUL : Γερουσία της Τσεχικής Δημοκρατίας
- CZK / couronne tchèque : κορόνα Τσεχίας / τσεχική κορόνα
- Section tchèque / MUL : Τσεχικός τομέας
- traité d'Athènes / Traité relatif à l'adhésion de la République tchèque, de la République d'Estonie, de la République de Chypre, de la République de Lettonie, de la République de Lituanie, de la République de Hongrie, de la République de Malte, de la République de Pologne, de la République de Slovénie et de la République slovaque à l'Union européenne : Συνθήκη μεταξύ [κρατών μελών ΕΕ] και [Τσεχίας, Εσθονίας, Κύπρου, Λετονίας, Λιθουανίας, Ουγγαρίας, Μάλτας, Πολωνίας, Σλοβενίας, Σλοβακίας] για την προσχώρηση [τους] στην Ευρωπαϊκή Ένωση
- la République tchèque / MUL : Τσεχική Δημοκρατία
- citoyenneté tchèque : τσεχική ιθαγένεια
- Chambre des députés tchèque / MUL : Βουλή της Τσεχικής Δημοκρατίας
- Unité de la traduction tchèque / MUL : Μονάδα Τσεχικής Μετάφρασης
Subscribe
0 Comments


