Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

teneur στα ελληνικά
teneur
λέγεται
τενέρ
.
teneur
σημαίνει στα ελληνικά
περιεκτικότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- teneur : περιεχόμενο
- teneur : περιεκτικότητα
- résidu / teneur en harmoniques : περιεχόμενο αρμονικών
- SHTF / isoglucose : ισογλυκόζη
- humidité / degré d'humidité : επί τοις εκατό υγρασία / περιεκτικότητα σε νερό
- TEFD / teneur en eau dans le fromage dégraissé : ΠΥΑΤ / ποσοστό υγρασίας του απολιπωμένου τυριού
- CGMS / teneur en matières grasses en poids de la matière sèche : ΠΛΞΥ / περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες επί ξηράς ύλης
- ITM / introducteur-teneur de marché : χρηματιστηριακός διαπραγματευτής
- LMR / TMR : MRL / ανώτατο όριο καταλοίπων
- sirop de glucose riche en fructose / SHTF : σιρόπι γλυκόζης πλούσιο σε οπωροσάκχαρο
Subscribe
0 Comments


