Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

terrasser στα ελληνικά
terrasser
λέγεται
τερασέ
.
terrasser
σημαίνει στα ελληνικά
συντρίβω / πλακώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- toit plat / toit-terrasse : επίπεδη στέγη / στέγη-ταράτσα
- basse terrasse / terrasse inférieure : αναβαθμίς
- terrasse-éperon : αναβαθμίς-πρόβολος
- jardin terrasse / jardin sur le toit : κήπος δώματος
- terrasse de plage : θαλάσσια αναβαθμίδα / παράκτια αναβαθμίδα
- terrasse en pente : κεκλιμένη αναβαθμίς
- crête de terrasse : στέψις αναβαθμίδος
- jardin en terrasse / jardin en terrasses : βαθμιδωτός κήπος
- source à terrasses : πηγή μετ'αναβαθμίδων
- terrasse de niveau : οριζοντία αναβαθμίς
Subscribe
0 Comments


