Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

théâtre στα ελληνικά
théâtre
λέγεται
τεάτρ
.
théâtre
σημαίνει στα ελληνικά
θέατρο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- théâtre : θέατρο
- tactique / intra-théâtre : εντός του θεάτρου επιχειρήσεων
- CCOAT / centre de conduite des opérations aériennes de théâtre : Κέντρο συνδυασμένων αεροπορικών επιχειρήσεων
- OTHF / force transhorizon : δύναμη "πέρα από τον ορίζοντα"
- TO / AOO : θέατρο των επιχειρήσεων
- stratégique / inter-théâtre : μεταξύ θεάτρων
- ANT / arme nucléaire tactique : τακτικό πυρηνικό όπλο
- TMD / défense antimissile de théâtre : ΑΑΠΘ / ΄Αμυνα από την Απειλή Πυραύλων Θεάτρου
- style théâtre : αμφιθεατρική διάταξη
- scène de théatre : σκηνή θεάτρου
Subscribe
0 Comments


