Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

thorax στα ελληνικά
thorax
λέγεται
τοράξ
.
thorax
σημαίνει στα ελληνικά
θώρακας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- thorax : στήθος / θώρακας
- thorax / sternum : στήθος / θώρακας
- TCC / critère de compression du thorax : ThCC / κριτήριο συμπίεσης του θώρακα
- TDM thoracique / scanner du thorax : αξονική τομογραφία θώρακα
- thorax piriforme : απιοειδής θώρακας
- dentelé du thorax : μεγάλος οδοντωτός
- thorax en entonnoir : απιδοειδής θώρακας
- enfoncement du thorax / déformation de la cage thoracique : σύνθλιψη του θώρακα / σύνθλιψη θωρακικής κοιλότητας
- radiographie du thorax / radiographie thoracique : ακτινογραφία θώρακα
- caisse rigide thorax-échine : άκαμπτη θωρακική μοίρα της σπονδυλικής στήλης
Subscribe
0 Comments


