Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

tonique στα ελληνικά
tonique
λέγεται
τονίκ
.
tonique
σημαίνει στα ελληνικά
τονικός / τονωτικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tonique : τονωτικό
- plante tonique / plante stimulante : τονωτικά φυτά / διεγερτικά φυτά
- lotion tonique : τονωτική λοσιόν
- réflexe tonique : τονικό αντανακλαστικό
- boissons toniques : τονωτικό ποτό
- préparation tonique : τονωτικό παρασκεύασμα
- accommodation tonique : προσαρμογή μυϊκού τόνου
- persévération tonique : τονική εμμονή / τονική επιμονή
- blépharospasme tonique : βλεφαρότονος / τονικός βλεφαρόσπασμος
- réflexe tonique à une vibration : τονικό δονητικό αντανακλαστικό
Subscribe
0 Comments


