Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

tort στα ελληνικά
tort
λέγεται
τορ
.
tort
σημαίνει στα ελληνικά
άδικο / λάθος / σφάλμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tort / délit : παράνομη (άδικη) πράξη
- admis à tort : κακώς γενόμενο αποδεκτό
- réparation des torts subis : ανόρθωση της ζημίας
- On ne fait pas tort à celui qui consent : ο συναινών δεν βλάπτεται
Subscribe
0 Comments


