Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

toujours στα ελληνικά
toujours
λέγεται
τουζούρ
.
toujours
σημαίνει στα ελληνικά
πάντα / πάντοτε
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- S.T.H. / surface toujours en herbe : λιβάδι μόνιμα πράσινο
- toujours à flot : διαρκώς σε επίπλευση / διαρκώς στην επιφάνεια
- toujours ouverte : διαρκές ασφαλιστήριο
- pignon toujours en prise : οδοντωτός τροχός συνεχούς εμπλοκής / οδοντωτός τροχός συνεχούς λειτουργίας
- boîte de vitesses à pignons constamment en prise / boîte à pignons toujours en prise et crabots baladeurs : μετάδοση με σταθερό τροχό αναστροφής
Subscribe
0 Comments


