Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

toupie στα ελληνικά
toupie
λέγεται
τουπί
.
toupie
σημαίνει στα ελληνικά
σβούρα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- toupie : σβούρα
- toupie : σβούρα / μηχανή κατατομής
- toupie : βοηθητικός άξονας
- toupie / pirouette : μηχανή για προξήρανση χόρτου / περιστροφική ξηραντική μηχανή χόρτου
- toupie : σβούρα / περιστροφική κεφαλή
- turbine à cône / agitateur rapide à cône : αναδευτήρας με κώνους
- versoir-toupie / versoir rotatif commandé : αναστρεπτήρας σβούρα / ελεγχόμενος περιστροφικός αναστρεπτήρας
- toupie musicale : μουσική σβούρα
- bruit de toupie : ήχος σβούρας
Subscribe
0 Comments


