Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

transposition στα ελληνικά
transposition
λέγεται
τρανσποζισιόν
.
transposition
σημαίνει στα ελληνικά
μετάθεση / μετατόπιση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- transposition en droit interne / transposition en droit national : μεταφορά στο εθνικό δίκαιο
- transposition : μετάθεση / αντιμετάθεση
- transposition / translation de fréquence : μετάφραση
- transposition / erreur sur les transpositions : μετάθεση
- hétérodyne / oscillateur local : ταλαντωτής αλλαγής συχνότητας
- équipement de MGP / modulateur de groupe primaire : εξοπλισμός διαμόρφωσης πρωτο-ομάδας
- non-transposition / absence de transposition : μη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο / μη μεταφορά οδηγίας στο εθνικό δίκαιο
- loi de transposition : νόμος για τη μεταφορά
- délai de transposition : προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο
- étage de transposition : βαθμίδα μετατόπισης
Subscribe
0 Comments


