Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

traumatiser στα ελληνικά
traumatiser
λέγεται
τροματιζέ
.
traumatiser
σημαίνει στα ελληνικά
δημιουργώ ψυχικό κλονισμό
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- traumatisé du rachis : τραυματίας στη σπονδυλική στήλη
- traumatisé du travail : θύμα εργατικού ατυχήματος
Subscribe
0 Comments


