Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

travers στα ελληνικά
travers
λέγεται
τραβέρ
.
travers
σημαίνει στα ελληνικά
de travers στραβά / à travers μέσα από
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- section / coupe en travers : εγκάρσια τομή
- renard / source à travers la digue : διασωληνισμός / διαρροή μέσω αναχώματος
- contrefil / fil tranché : στρεψοϊνία
- croupière / embossure : πλαγιοδέτης
- en travers : εγκάρσια στο πλοίο
- en travers : εγκαρσίως / σταυροειδώς
- tronçonnage / coupe en travers : κοπή κατ'εγκάρσια διεύθυνση
- à contrefil / en travers du fil : κατεύθυνση κάθετη προς τις ίνες
- vent de côté / vent latéral : πλάγιος άνεμος
- sens travers : διάσταση κάθετη στην πορεία της μηχανής
Subscribe
0 Comments


