Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

trêve στα ελληνικά
trêve
λέγεται
τρεβ
.
trêve
σημαίνει στα ελληνικά
ανακωχή / εκεχειρία / ανάπαυλα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ONUST / Organisme des Nations unies chargé de la surveillance de la trêve : ONUST / UNTSO
- GST / Groupe de surveillance de la trêve : TMG / Ομάδα Παρακολούθησης της Ανακωχής
- trêve olympique : ολυμπιακή εκεχειρία
- trêve des confiseurs : εβδομάδα Χριστουγέννων
Subscribe
0 Comments


