Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

tripes στα ελληνικά
tripes
λέγεται
τριπ
.
tripes
σημαίνει στα ελληνικά
άντερα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tripe : χοντροκομμένος καπνός γεμίσματος
- tripe : πατσάς / σκεμπές
- tripe / tabac long : χοντροκομμένος καπνός γεμίσματος / χοντροκομμένος καπνός γεμίσματος πούρων
- séchage des boyaux et tripes : αποξήρανση εντέρων και στομάχων
Subscribe
0 Comments


