Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

trône στα ελληνικά
trône
λέγεται
τρον
.
trône
σημαίνει στα ελληνικά
θρόνος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- trône commun / câble principal : ζευκτικό καλώδιο
- discours du Trône : Ομιλία του Θρόνου
Subscribe
0 Comments


