Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

trou στα ελληνικά
trou
λέγεται
τρου
.
trou
σημαίνει στα ελληνικά
τρύπα / φυλακή / διάλειψη / κενό
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- trou / hiatus : χάσμα δεδομένων
- trou : Οπή
- trou : οπή
- trou / orifice : οπή / τρήμα
- trou / phototrou : οπή / θετική οπή
- trou / trou de montage : οπή ανάρτησης
- trou / trou d'indexage : οπή
- puit / sonde : ερευνητική γεώτρηση
- cône / trou conique : κωνική οπή
- évent / reniflard : οπή αερισμού
Subscribe
0 Comments


