Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

tuer στα ελληνικά
tuer
λέγεται
τυέ
.
tuer
σημαίνει στα ελληνικά
σκοτώνω / φονεύω / πεθαίνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tuer : θανατώνω
- traité sur l'Union européenne / TUE : ΣΕΕ / Συνθήκη ΕΕ
- fausse oronge / amanite tue-mouche : αμανίτης ο μυιοκτόνος
- fumer tue : το κάπνισμα σκοτώνει
- vaccin tué / vaccin inactivé : νεκρό εμβόλιο / αδρανοποιημένο εμβόλιο
- vaccin tué : απονεκρωμένο εμβόλιο
- pinces à tuer : λαβίδα σφαγής
- tuer un puits : εξαντλώ ένα πηγάδι
- couteau à tuer : μαχαίρι σφαγής
- fumer peut tuer : το κάπνισμα μπορεί να σκοτώσει
Subscribe
0 Comments


