Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

urbanisation στα ελληνικά
urbanisation
λέγεται
υρμπανιζασιόν
.
urbanisation
σημαίνει στα ελληνικά
αστυφιλία / οικισμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- urbanisation : Αστικοποίηση / αστικοποίηση
- urbanisation : αστικοποίηση
- urbanisation / urbanification : αστικοποίηση
- urbanisation : πολεοδόμηση
- couloir / corridor : διάδρομος/δίοδος
- couloir / corridor : άξονας οικισμού / διάδρομος συγκοινωνίας
- RESEAU / Réseau Européen de Surveillance de l'Environnement,de l'Agriculture et de l'Urbanisation : Ευρωπαϊκό δίκτυο εποπτείας του περιβάλλοντος,της γεωργίας και της αστικοποίησης
- taux d'urbanisation : βαθμός αστικοποίησης
- taux d'urbanisation : ποσοστό αστικοποίησης
Subscribe
0 Comments


