Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

urgence στα ελληνικά
urgence
λέγεται
υρζάνς
.
urgence
σημαίνει στα ελληνικά
επείγουσα ανάγκη / d’ urgence επειγόντως
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- urgence : κατάσταση έκτακτης ανάγκης
- urgences / service d'urgence : τμήμα επειγόντων περιστατικών
- ECURIE / système ECURIE : ECURIE / ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών σε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες στην Ευρωπαϊκή Κοινοτητα
- eCall / service eCall paneuropéen : eCall / ηλε-κλήση
- Centre des Nations unies pour l'assistance environnementale d'urgence / UNCUEA : UNCUEA / Κέντρο των Ηνωμένων Εθνών για την Επείγουσα Περιβαλλοντική Αρωγή
- TEC / Tremcard : Καρτέλα'Εκτακτης Ανάγκης κατά τη Μεταφορά
- REMPEC / centre régional méditerranéen pour l'intervention d'urgence contre la pollution marine accidentelle : REMPEC / περιφερειακό κέντρο αντιμετώπισης επειγόντων περιστατικών θαλάσσιας ρύπανσης της Μεσογείου
- IPCR / dispositif intégré de l'UE pour une réaction au niveau politique dans les situations de crise : ολοκληρωμένες ρυθμίσεις ΕΕ για την αντιμετώπιση πολιτικών κρίσεων / ρυθμίσεις της ΕΕ για το συντονισμό σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και κρίσεις (Obsolete)
- EERC / capacité européenne de réaction d'urgence : ΕΙΑΕΑ / Ευρωπαϊκή ικανότητα αντιμετώπισης εκτάκτων αναγκών
- SILCEP / Secrétaire général adjoint pour l'investissement au service de la sécurité, la logistique et les plans civils d'urgence : Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας για τις επενδύσεις όσον αφορά την ασφάλεια, τον υλικοτεχνικό τομέα και το σχεδιασμό σε περίπτωση έκτακτης κατάστασης ανάγκης
Subscribe
0 Comments


