Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

utilité στα ελληνικά
utilité
λέγεται
υτιλιτέ
.
utilité
σημαίνει στα ελληνικά
χρησιμότητα / ωφέλεια / ωφελιμότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- utilité : ωφέλιμη αξία
- utilités / services généraux : βοηθητικές παροχές
- DUE / déclaration d'utilité européenne : δήλωση για τον κοινωφελή χαρακτήρα του έργου για την Ευρώπη
- taux d'utilité : χρησιμότητα
- modèle d'utilité : υπόδειγμα χρησιμότητας
- société aggréée / société de construction de logements d'utilité publique : επιχείρηση στέγασης κοινής ωφελείας
- durée d'utilité : ωφέλιμη ζωή
- modèle d'utilité / certificat d'utilité : υπόδειγμα χρησιμότητας
- utilité d'un bien : χρησιμότητα ενός αγαθού
- analyse d'utilité / analyse de l'efficience : ανάλυση ωφέλιμης αξίας
Subscribe
0 Comments


