Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

valet στα ελληνικά
valet
λέγεται
βαλέ
.
valet
σημαίνει στα ελληνικά
υπηρέτης / βαλές / τσιράκι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- merlan / MUL : νταούκι Ατλαντικού
- porte-valet : ορθοστάτης / υποστήριγμα θυροφράγματος
- valet d'établi : σανιδοστηρικτήρας σκελετού
- valet de chambre : υπηρέτης δωματίου
Subscribe
0 Comments


