Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vallon στα ελληνικά
vallon
λέγεται
βαλόν
.
vallon
σημαίνει στα ελληνικά
λαγγάδι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- vallon / vallée sèche : ταπείνωση / απομονωμένο φυσικό βύθισμα
Subscribe
0 Comments


