Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

vanne στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
vanne
λέγεται
βαν
.
vanne
σημαίνει στα ελληνικά
βάνα / κεντιά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • frein / vanne : )φρένο,πέδη / Θυρόφραγμα,κλαπέτο
  • vanne / robinet vanne : βάνα / υδατοφράκτης
  • vanne : βάνα
  • vanne : θυρόφραγμα
  • vanne / ventelle : δικλείδα / θυρόφραγμα
  • vanne : συρόμενος αποφράκτης
  • vanne : βαλβίδα / δικλείδα
  • vanne / vanne de dérivation : ρουφράκτης αντιπίεσης
  • vanne / robinet-vanne : κρουνός με στρόφιγγα
  • purge / bleeder : βαλβίδα εκροής / βαλβίδα κατάθλιψης

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments