Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vanne στα ελληνικά
vanne
λέγεται
βαν
.
vanne
σημαίνει στα ελληνικά
βάνα / κεντιά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- frein / vanne : )φρένο,πέδη / Θυρόφραγμα,κλαπέτο
- vanne / robinet vanne : βάνα / υδατοφράκτης
- vanne : βάνα
- vanne : θυρόφραγμα
- vanne / ventelle : δικλείδα / θυρόφραγμα
- vanne : συρόμενος αποφράκτης
- vanne : βαλβίδα / δικλείδα
- vanne / vanne de dérivation : ρουφράκτης αντιπίεσης
- vanne / robinet-vanne : κρουνός με στρόφιγγα
- purge / bleeder : βαλβίδα εκροής / βαλβίδα κατάθλιψης
Subscribe
0 Comments


