Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vedette στα ελληνικά
vedette
λέγεται
βεντέτ
.
vedette
σημαίνει στα ελληνικά
βεντέτα / κρις-κραφτ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- vedette / vedette entrée : επικεφαλίδα
- vedette / caractères à vedette : τύπος οπτικής παρουσίασης / μεγέθη οπτικής παρουσίασης
- vedette / entrée-matière : λέξη εισόδου / επικεφαλίδα ευρετηρίου
- vedette : επικεφαλίδα
- mot-sujet / mot-matière : θεματική λέξη / θεματική επικεφαλίδα
- mot-vedette / mot d'entrée : λέξη εισόδου / λέξη ευρετηρίου
- sous-vedette : υποεπικεφαλίδα
- projet phare / projet vedette : έργο flagship
- vedette libre : ελεύθερη θεματική επικεφαλίδα
- valeur vedette / valeur d'avenir : μετοχές σε επιχείρηση με προοπτικές ανάπτυξης
Subscribe
0 Comments


