Εφαρμογή του

ventiler στα ελληνικά
ventiler
λέγεται
βαντιλέ
.
ventiler
σημαίνει στα ελληνικά
αερίζω / καταμερίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ventiler : κατανέμω
- aérer / ventiler : αερίζω / εξαερίζω
- S3914 / S3-9-14 : Σ3/9
- S391449 / S3-9-14-49 : Σ3/9
- S3949 / S3-9-49 : Σ3/9
- S3/7 : Σ3/7
- S3/9 : Σ3/9
- S79 / S7-9 : Σ7/9
- S51 / utiliser seulement dans des zones bien ventilées : Σ51 / χρησιμοποιείται μόνο σε χώρους με πολύ καλό αερισμό
- baie ventilée : αεριζόμενο ικρίωμα
Subscribe
0 Comments