Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vernis στα ελληνικά
vernis
λέγεται
βερνί
.
vernis
σημαίνει στα ελληνικά
βερνίκι / λούστρο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- vernis : βερνίκι/λάκα
- vernis : βερνίκι
- vernis : Bερνίκι κεριού
- vernis / pates - repères par changement de couleur : βερνίκια / θερμοευαίσθητα υλικά:κιμωλίες
- vernis : αχιβάδες
- praire / vernis : σκληρή γυαλιστερή
- clam / verni : κυθέρεια / αχιβάδα βασιλική
- verni / pelote : γυαλιστερή
Subscribe
0 Comments


