Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

veste στα ελληνικά
veste
λέγεται
βεστ
.
veste
σημαίνει στα ελληνικά
σακάκι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- veste : σακάκι
- cardigan / veste tricotée : πλεκτική μάλλινη ζακέτα
- veste-suicide : γιλέκο αυτοκτονίας
- veste de survie : γιλέκο επιβίωσης
- veste de fourrure : γούνινο σακκάκι
- veste d'intérieur : ζακέτα για το σπίτι
- veste de travail comportant une réserve de flottabilité : γιλέκο εργασίας που παρέχει τη δυνατότητα επίπλευσης
- gilet ou veste de protection contre les agressions mécaniques : γιλέκο ή ζακέτα προστασίας από τις μηχανικές προσβολές
Subscribe
0 Comments


