Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vestibule στα ελληνικά
vestibule
λέγεται
βεστιμπύλ
.
vestibule
σημαίνει στα ελληνικά
χωλ / προθάλαμος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- vestibule : προθάλαμος
- hall d'entrée / vestibule du public : αίθουσα υποδοχής του κοινού
- vestibule d'accès / plateforme d'accès : διάδρομος εισόδου
- crête du vestibule : αιθουσαία ακρολοφία / ακρολοφία της αιθούσης
- aqueduc du vestibule : υδραγωγός της αίθουσας
- plancher du vestibule : ουρά του κοχλίου
Subscribe
0 Comments


