Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

vieillir στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
vieillir
λέγεται
βιεγίρ
.
vieillir
σημαίνει στα ελληνικά
γερνάω / παλιώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • lac comblé / lac vieilli : νεκρή λίμνη
  • laisser vieillir : αποθηκεύω / αφήνω να παλιώσει
  • non-vieillissant : μη γηράσκων
  • éprouvette vieillie : γηρασμένο δοκίμιο
  • aéronef vieillissant : πεπαλαιωμένο αεροσκάφος
  • acier non vieillissant : χάλυβας μη δυνάμενος να υποστεί γήρανση
  • main d'oeuvre vieillissante : γηράσκον εργατικό δυναμικό
  • lixiviation sur colonne de résidus vieillis : απόπλυση παλαιών υπολειμμάτων σε στήλες
  • le plomb accumulé dans le squelette des personnes vieillissantes peut etre solubilisé ou mobilisé : κινητοποίηση του μολύβδου από τα οστά των ανθρώπων που γερνούν

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments