Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

vignoble στα ελληνικά
vignoble
λέγεται
βινιόμπλ
.
vignoble
σημαίνει στα ελληνικά
αμπελώνας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- vignoble : αμπελώνας
- vigne / vignoble : αμπέλι / αμπελώνας
- sol de vignoble / terre de vignoble : έδαφος αμπελώνα
- accès au vignoble : είσοδος στον αμπελώνα
- vignoble en pente / situation en pente : χωράφι σε πλαγιά
- garde de vignoble : φύλαξη αμπελώνα
- chemin de service / chemin de vignoble : δρόμος πρόσβασης στο αμπέλι / δρόμος πρόσβασης στον αμπελώνα
- treuil de vignoble : αμπελουργικό μαγγάνι
- foulage dans le vignoble : έκθλιψη σταφυλιών στον αμπελώνα
- vignobles à "double fin" : αμπελώνας "διπλής χρήσης"
Subscribe
0 Comments


